Οι λέξεις δημιουργούν κόσμους: Ο εσωτερικός διάλογος πίσω από την αυτοπεποίθηση
Η αυτοπεποίθηση δεν έρχεται πάντα μετά την ικανότητα
Στον επαγγελματικό χώρο συχνά θεωρούμε δεδομένο ότι η αυτοπεποίθηση έρχεται αφού πρώτα αποκτήσουμε επάρκεια και εμπειρία. Πρώτα μαθαίνουμε, πρώτα νιώθουμε «έτοιμοι» και μόνο τότε εκφραζόμαστε, παίρνουμε πρωτοβουλίες ή εκτιθέμεθα περισσότερο στη δουλειά μας.
Ωστόσο, η έρευνα δείχνει ότι αυτή η σειρά δεν είναι πάντα ακριβής. Πολύ συχνά, η αυτοπεποίθηση προηγείται και λειτουργεί ως καταλύτης για την ανάπτυξη της ικανότητας. Όταν κάποιος νιώθει αρκετά ασφαλής για να δοκιμάσει, να κάνει λάθη και να παραμείνει παρών στη δυσκολία, η μάθηση γίνεται πιο πιθανή.
Ο ρόλος του εσωτερικού διαλόγου
Ένας από τους βασικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την αυτοπεποίθησή μας είναι ο εσωτερικός διάλογος. Ο τρόπος που μιλάμε στον εαυτό μας καθορίζει πώς εμφανιζόμαστε εξωτερικά: στις συναντήσεις, στη λήψη αποφάσεων, αλλά και στο πόσο χώρο επιτρέπουμε στον εαυτό μας να πάρει.
Όταν η εσωτερική γλώσσα είναι αυστηρή ή περιοριστική, συχνά οδηγεί σε διστακτικότητα, υπερανάλυση και αποφυγή. Αντίθετα, όταν ο εσωτερικός διάλογος υποστηρίζει τη μάθηση και την προσπάθεια, ενισχύεται η αίσθηση προσωπικής ικανότητας. Όπως η ιδρύτρια της One Breath και Leadership Consultant Μυρτώ Λεγάκη λέει συχνά σε εταιρικά trainings:
«Οι λέξεις δημιουργούν κόσμους.»
Το reframing ως πρακτικό εργαλείο ηγεσίας
Σε αυτό το σημείο, το thought reframing αποκτά ουσιαστική αξία. Δεν πρόκειται για ένα ακόμη motivational εργαλείο, αλλά για έναν πρακτικό τρόπο να παραμένουμε λειτουργικοί μέσα στη δυσκολία.
Πολλοί επαγγελματίες κουβαλούν εσωτερικά σενάρια που ακούγονται λογικά ή υπεύθυνα, όμως με τον καιρό υπονομεύουν την αυτοπεποίθηση. Αυτές οι σκέψεις δεν μπλοκάρουν μόνο τη διάθεση· περιορίζουν τη μάθηση, την ανάληψη ευθύνης και την κίνηση προς τα εμπρός. Το reframing δεν ακυρώνει τη δυσκολία, μας βοηθά να σχετιστούμε μαζί της με τρόπο που δεν μας ακινητοποιεί.
Διάλεξε συνειδητά τις λέξεις σου
Η αλλαγή στον εσωτερικό διάλογο συχνά ξεκινά από μικρές, αλλά κρίσιμες μετατοπίσεις στη γλώσσα. Για παράδειγμα:
«Δεν μπορώ να το κάνω.»
→ «Δεν το έχω κατακτήσει ακόμη.»
«Αυτό με ξεπερνά.»
→ «Θα εστιάσω στο επόμενο ξεκάθαρο βήμα.»
«Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω.»
→ «Ποια είναι η πιο σημαντική κίνηση αυτή τη στιγμή;»
«Δεν είμαι καλός/ή σε αυτό.»
→ «Αυτή είναι μια δεξιότητα που αναπτύσσω.»
«Πρέπει να είναι τέλειο.»
→ «Χρειάζεται να είναι ξεκάθαρο και χρήσιμο.»
«Δεν έχω ενέργεια. Θα σταματήσω.»
→ «Μπορώ να κάνω μια παύση και να συνεχίσω με πρόθεση.»
«Φοβάμαι ότι θα αποτύχω.»
→ «Κάτι θα μάθω, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα.»
Γνωστική επαναξιολόγηση
Αυτή η διαδικασία ονομάζεται γνωρστική επαναξιολόγηση (cognitive reappraisal) και αποτελεί μια καλά τεκμηριωμένη στρατηγική αυτορρύθμισης. Αναφέρεται στην ικανότητά μας να επανερμηνεύουμε μια κατάσταση με τρόπο που μειώνει τη συναισθηματική ένταση, χωρίς να αποσύρουμε την εμπλοκή μας από αυτήν.
Η έρευνα συνδέει το cognitive reappraisal με χαμηλότερα επίπεδα στρες και υψηλότερη αυτο-αποτελεσματικότητα. Οι άνθρωποι που πιστεύουν περισσότερο στην ικανότητά τους να ανταποκριθούν σε απαιτητικές συνθήκες είναι πιο πιθανό να επιμείνουν, να πάρουν πρωτοβουλίες και να παραμείνουν ανθεκτικοί όταν τα αποτελέσματα δεν είναι άμεσα ορατά.
Η αυτοπεποίθηση στην πράξη
Στην καθημερινότητα της εργασίας, η αυτοπεποίθηση δεν χτίζεται με σκληρό self-talk ή με εσωτερική πίεση για διαρκή απόδοση. Χτίζεται όταν η γλώσσα που χρησιμοποιούμε εσωτερικά μάς κρατά «στο παιχνίδι», ακόμη και όταν τα πράγματα είναι δύσκολα.
Δεν χρειαζόμαστε λέξεις που μας τιμωρούν για να αποδώσουμε καλύτερα. Χρειαζόμαστε λέξεις που υποστηρίζουν τη μάθηση, την προσωπική ευθύνη και τη συνέχιση της προσπάθειας. Γιατί οι λέξεις που χρησιμοποιούμε εσωτερικά δεν περιγράφουν απλώς την εμπειρία μας, τη διαμορφώνουν.
Αυτοπεποίθηση πέρα από τη δουλειά
Η αυτοπεποίθηση δεν περιορίζεται στο επαγγελματικό πεδίο. Ο τρόπος που μιλάμε στον εαυτό μας επηρεάζει τις προσωπικές μας σχέσεις, τις καθημερινές επιλογές και την ικανότητά μας να κυνηγάμε όνειρα και στόχους.
Όταν μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε τις αμφιβολίες μας και να τις επαναδιατυπώνουμε, αποκτούμε μεγαλύτερη ελευθερία να δράσουμε και στην προσωπική μας ζωή.
Ένα απλό παράδειγμα είναι η καθημερινή αμφιβολία για μικρές αποφάσεις: μπορούμε να αντικαταστήσουμε την εσωτερική κριτική με μια φράση όπως «θα κάνω το καλύτερο που μπορώ αυτή τη στιγμή» ή «κάθε βήμα είναι πρόοδος», και έτσι να ενισχύσουμε την αυτοπεποίθηση και τη θετική στάση προς τον εαυτό μας.
Ο εσωτερικός κριτής
Πολλοί από εμάς κουβαλούν έναν εσωτερικό κριτή που σχολιάζει κάθε μας κίνηση, αμφισβητεί την αξία μας και επισημαίνει τα λάθη μας. Συνήθως η πρόθεσή του είναι προστατευτική: θέλει να μας κρατήσει ασφαλείς από αποτυχίες ή αρνητικά σχόλια. Όταν όμως ο κριτής γίνεται υπερδραστήριος, περιορίζει τη δράση και υπονομεύει την αυτοπεποίθηση, μας κρατάει κολλημένους σε φόβους και αμφιβολίες.
Μπορούμε να τον διαχειριστούμε αναγνωρίζοντας πότε εμφανίζεται, παρατηρώντας τα σχόλιά του χωρίς να τα θεωρούμε απόλυτες αλήθειες, και προσπαθώντας να τα μετατρέψουμε σε ερωτήσεις ή θετικά μηνύματα.
Χτίζοντας τη σχέση με τον εαυτό μας
Στο τέλος της ημέρας, η αυτοπεποίθηση δεν είναι κάτι που αποκτούμε από έξω ή που μετριέται μόνο με επιτυχίες. Είναι η σχέση που έχουμε με τον ίδιο μας τον εαυτό, η φροντίδα, η προσοχή και ο τρόπος που μιλάμε μέσα μας σε κάθε στιγμή της ζωής μας. Όταν μαθαίνουμε να ακούμε τον εσωτερικό μας διάλογο, να αναγνωρίζουμε τον κριτή μέσα μας και να τον μετατρέπουμε σε σύμμαχο, ανοίγουμε τον δρόμο για δράση, μάθηση και προσωπική ανάπτυξη.
Κάθε μικρή αλλαγή στις λέξεις που χρησιμοποιούμε μπορεί να γίνει η αρχή μιας νέας συνήθειας, μιας πιο δυνατής σχέσης με τον εαυτό μας και μιας πιο γεμάτης και ενεργητικής ζωής, τόσο στην προσωπική όσο και στην επαγγελματική μας πορεία.